Ο λόγος που μου αρέσει να γράφω

Μερικές φορές, ο γραπτός λόγος με εκφράζει καλύτερα από τον προφορικό. Μου είναι πιο εύκολο να πω αυτά που θέλω.

Όχι μόνο όπως μιλάω σε εσάς τώρα, αλλά και μέσα από τις ιστορίες, συνήθως προσπαθώ να δώσω ένα μήνυμα σε αυτόν που διαβάζει. Και εγώ, όταν διαβάζω, καταφέρνω να δω τα θετικά μιας ιστορίας, αν υπάρχουν. Γενικά μου αρέσει να αναλύω πράγματα και να τα συνδέω, φτιάχνοντας κάτι καινούριο. Αυτά που αναλύω, δεν είναι πάντα γραπτά. Ακόμα και μέσα από μία ταινία ή ένα τραγούδι, κάνω το ίδιο.

Δεν έχω κάτι άλλο να πω για αυτό. Αλλά σκέφτηκα κάτι. Θα βάλω μία μικρή ιστορία που έγραψα, και θέλω να μου πείτε, τι μήνυμα μπορεί να πάρει κάποιος από αυτή. Θα σας πω στο επόμενο ποστ τι ήθελα να σας δείξω. Η ιστορία είναι βασισμένη στο Corpse Party.

Α! Και δεν είναι μόνο μία η σωστή απάντηση! 🙂 Απλά έχω ένα βασικό μήνυμα στο μυαλό μου. Έτοιμοι; Πάμε!:

notebook

Ένα από τα τετράδια που γράφω ιστορίες

Τίτλος:
Κύριοι Χαρακτήρες:
Γιοσίκη Κισινούμα (Yoshiki Kishinuma)
Αηούμη Σινοζάκη (Ayumi Shinozaki)

Συμπληρωματικοί Χαρακτήρες:
Σατόση Μοτσίντα (Satoshi Mochida)
Μάηου Σουζουμότο (Mayu Suzumoto)
Σακουτάρο Μόρισιγκ (Sakutaro Morishige)
Νάομη Νακασήμα (Naomi Nakashima)
Σέικο Σινοχάρα (Seiko Shinohara)

Σημείωση:
Στην Ιαπωνία, το να φωνάζεις τον άλλον με το μικρό του όνομα, δείχνει ότι γνωρίζεις καλά αυτόν που φώναξες. Οπότε, οι περισσότεροι φωνάζουν τους άλλους με τα επίθετα


8 Νοεμβρίου 2015

Σε μία σχετικά ήσυχη γειτονιά της Ιαπωνίας στο Τόκιο, ο Γιοσίκη ξύπνησε με βαρύ κεφάλι. Δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την Αηούμη. Από τότε που τον υπερασπίστηκε εκείνη την ημέρα, τρέχει μέσα στο μυαλό του και ανακατεύει τις σκέψεις του.

-Αναδρομή στο Παρελθόν- Απρίλιος 2014-

Ο Γιοσίκη κοίταξε γύρω του, πριν ανάψει το τσιγάρο του. Για κακή του τύχη, δεν ήταν μόνος του στο γυμναστήριο.

«Κισινούμα Γιοσίκη!» άκουσε τον γυμναστή να φωνάζει. «Τι νομίζεις ότι κάνεις;»

Ο Γιοσίκη δεν απάντησε. Απλά κοίταξε τον γυμναστή στα μάτια. ‘Όχι τώρα…‘ σκέφτηκε.

«Νομίζεις ότι είναι αστείο! Νομίζεις ότι έρχεσαι για πλάκα στο σχολείο; Θες να πάρω τους γονείς σου νεαρέ μου;» ρώτησε ο γυμναστής ειρωνικά.

«Δεν τους νοιάζει για εμένα.» ανταποκρίθηκε ο 16χρονος, τότε, ξανθός. «Με έχουν διώξει από το σπίτι τους.»

«Χα! Ας γελάσω! Κάτι θα ξέρουν, ε; Ούτε εκείνοι σε παραδέχονται καλέ; Βλέπω βλέπω…» γέλασε ο γυμναστής. «Αναρωτιέμαι αν θα τους αρέσει ένα τηλεφώνημα πάντως.»

‘Ποτέ δεν έχω χτυπήσει καθηγητή.’ σκέφτηκε ο Γιοσίκη, ο οποίος ευχαρίστως θα του έριχνε μία μπουνιά. ‘Υπάρχει πρώτη φορά για όλα.’ Ο Γιοσίκη έσφιξε τις γροθιές του και πριν προλάβει να τις σηκώσει, άκουσε μια φωνή.

«Κύριε καθηγητά!» ένα κορίτσι με μπλε μαλλιά, πιασμένα σε δύο κοτσιδάκια που ξάπλωναν στους ώμους της, ήρθε χοροπηδώντας. «Ο διευθυντής σάς θέλει στο γραφείο του αμέσως!»

«Ευχαριστώ, Σινοζάκη.» αποκρίθηκε ο γυμναστής. «Γιατί δεν δίνεις λίγο προσοχή στη συμπεριφορά της εκπροσώπου της τάξης, νεαρέ;» είπε πριν εξαφανιστεί.

Το χαμογελαστό πρόσωπο της νεαρής έσβησε και γύρισε αυστηρά προς τον Γιοσίκη. «Θα του έριχνες μπουνιά! Είσαι με τα καλά σου;»

 «Ε-Εγώ-«

«Και κάπνιζες μέσα στο σχολείο! Τι άλλο κάνεις; Πίνεις.» το κορίτσι άφησε μια βαθιά ανάσα και χαλάρωσε. «Τέλος πάντων… Είμαι η Αηούμη Σινοζάκη.»

«Γιο-Γιοσίκη Κισινούμα.» τραύλισε ο Γιοσίκη. «Αλλά δεν έχει σημασία. Δε θα ξαναέρθω στο σχολείο.»

Η Αηούμη χαμογέλασε πονηρά. «Μείνε σε παρακαλώ. Δε θα είσαι μόνος σου.»

«Ε-Εντάξει…» ο Γιοσίκη ένιωθε ότι θα μπορούσε να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. «Τι ήθελε ο διευθυντής τον γυμναστή;»

«Α, αυτό;» γέλασε η Αηούμη. «Δεν τον ήθελε! Το έβγαλα από το μυαλό μου» και με αυτά τα λόγια, εξαφανίστηκε χοροπηδώντας, όπως ακριβώς είχε έρθει.

-Παρόν-

Ένας χρόνος είχε περάσει από εκείνη τη μέρα. Όμως ο Γιοσίκη θα θυμόταν εκείνη τη μέρα για πάντα. Όσο κι αν τον πόναγε, η αγάπη του για την Αηούμη γινόταν πιο δυνατή κάθε μέρα. Αλλά η Αηούμη είχε μάτια μόνο για τον καλύτερο φίλο του Γιοσίκη, τον Σατόση. Ήταν μόνος του. Μόνο τους φίλους του είχε. Και τη μικρή του αδερφή. Αλλά οι γονείς του θα την τιμωρούσαν κάθε φορά που θα συναντιώτουσαν. Είχε να τη δει πάρα πολύ καιρό…

Άκουσε ένα χτύπο στη πόρτα του διαμερίσματός του. Δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα. Θα ήταν ο Σατόση, να πάνε να παίξουν στο χιόνι. Το σχολείο ήταν κλειστό εκείνη τη μέρα. Είχε χιονίσει πολύ. Το είχαν ως συνήθεια οι δύο φίλοι, να βγαίνουν στο χιόνι. Αλλά ο Γιοσίκη, δεν ήθελε να μιλήσει στον Σατόση. Δεν ήταν ότι είχανε μαλώσει. Απλά εκείνη τη στιγμή τρέχανε πολλά πράγματα στο μυαλό του. Ήθελε απλά να σκεφτεί μόνος του.

Όποιος κι αν ήταν που χτυπούσε την πόρτα, σταμάτησε. Ο Γιοσίκη σηκώθηκε από το κρεβάτι και έπιασε την κιθάρα του. Μπορεί να μην του φαινόταν, αλλά ήταν λάτρης της μουσικής. Μάλιστα, δούλευε σε ένα κατάστημα με όργανα και CD. Πώς θα πλήρωνε το σπίτι του χωρίς δουλειά; Από τα 16 που τον διώξαν από το σπίτι, ο Γιοσίκη δούλευε. Του είχε γίνει συνήθεια τώρα. Του άρεσε η δουλειά του.

Γαργάλησε τις χορδές της κιθάρας του με το χέρι του και μία γλυκιά μελωδία απλώθηκε στο δωμάτιο. Άρχισε να μουρμουράει τα λόγια από ένα τραγούδι. Έλεγε όλα όσο ένιωθε για την Αηούμη. Η φωνή του ήταν απαλή και συνόδευε τον ήχο της κιθάρας του απίστευτα καλά.

Μερικά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα του Γιοσίκη. Έδειχνε σκληρός από έξω, αλλά από μέσα, ήταν ένα χαμένο γατάκι, που η ζωή του κρεμόταν από μία κλωστή. Όλα τα έκανε για χάρη της. Έκοψε το κάπνισμα και σταμάτησε να πίνει, αν και του πήρε καιρό. Έμεινε στο σχολείο και συγκεντρώθηκε στα μαθήματά του, όπως ακριβώς του είπε να κάνει η Αηούμη. Όλα αυτά τον έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Πιο δυνατό. Αλλά την Αηούμη δεν την είχε. Και δεν θα την έπαιρνε.

Ξανάκουσε χτυπήματα στη πόρτα. Αυτή τη φορά θα άνοιγε. Σκούπισε τα δάκρυά του και έκρυψε την κιθάρα του κάτω από το κρεβάτι του. Εκείνη τη πλευρά του εαυτού του δεν την έδειχνε σε κανέναν. Ο μόνος άνθρωπος που ίσως το έδειχνε, ήταν η Αηούμη. Και αυτό ελάχιστα. Έτσι για να της δείξει πως την άκουσε και ότι δεν είναι σκληρός από μέσα.

«Έλεος Σατόση!» φώναξε όσο έψαχνε τα κλειδιά του για να ανοίξει. «Δε βλέπεις ότι είναι 8 το πρωί ακό-» ο Γιοσίκη άνοιξε την πόρτα και είδε, όχι τον Σατόση, αλλά την Αηούμη! «Σ-Σινοζάκη!»

«Δεν ήξερα ότι ήσουν απασχολημένος.» είπε η Αηούμη. «Μπορώ να περάσω αργότερα άμα θες…»

«Ό-ΌΧΙ! Ε-Εννοώ… Μπορείς να κάτσεις, δεν είναι πρόβλημα.» Ο Γιοσίκη έξυσε τον σβέρκο του.

«Δεν ήρθα για να κάτσω.» σταύρωσε τα χέρια της η Αηούμη. «Απλά… Θέλω να σου δείξω κάτι.»

«Ε… Εντάξει.» ο Γιοσίκη πήρε το μπουφάν του και βγήκε έξω, αφού κλείδωσε την πόρτα. «Πάμε!» Οι δύο φίλοι προχώρησαν μέσα στο χιόνι «Σινοζάκη; Αυτός δεν είναι ο δρόμος για το σπίτι το Καραόκε κλαμπ;»

«Μπορεί!» αποκρίθηκε η Αηούμη καθώς φτάσανε στο καραόκε κλαμπ. «Έλα!»

Μπήκανε μέσα, αλλά τα φώτα, προς έκπληξη του Γιοσίκη, ήταν κλειστά. Δεν έβλεπε τίποτα. «Σινοζάκη;» ρώτησε. Καμία απάντηση. «Σινοζάκη, που είσ-«

Ο Γιοσίκη δεν τελείωσε την πρόταση του, επειδή τον σταμάτησε η Αηούμη. Στάθηκε στις μύτες τον ποδιών της, αρκετά ψηλά ώστε να φτάνει τον σχεδόν δίμετρο φίλο της, και άγγιξε τα χείλη της στα δικά του. Ο Γιοσίκη από την άλλη, ήτανε σε σοκ. Μόλις τον φίλησε το κορίτσι που έβλεπε στον ύπνο του κάθε βράδυ, το κορίτσι που τον τρέλαινε μέρα νύχτα. Η Αηούμη Σινοζάκη.

Τα φώτα άνοιξαν ξαφνικά. «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!»

Του πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει. Να καταλάβει τι είχε συμβεί. Πρώτα τον φιλάει η Αηούμη, η οποία μέχρι εκείνη την ημέρα υποτίθεται ότι τον μισούσε και μετά όλοι του οι φίλοι του φωνάζουν ‘Χρόνια Πολλά’…

«Π-Παιδιά…» ο Γιοσίκη ήταν συγκινημένος, αλλά ως συνήθως, δεν το έδειξε.

«Ξέχασες πάλι τα γενέθλιά σου, έτσι Γιοσίκη;» ρώτησε ο Σατόση. «Δε πειράζει, θα σου τα θυμίζουμε κάθε χρόνο!»

Η Σέικο χασκογέλασε. «Και ίσως κάθε χρόνο με ένα φιλί της Σινοζάκη! Είστε απίστευτα τέλειοι μαζίιιιιιιιιιι-«

«Σέικο!» η Νάομη έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα της φασαριόζικης φίλη της.

«Πόσο ψηλός είσαι τέλος πάντων;» ρώτησε η Αηούμη. «Έβαλα όλη μου τη δύναμη να σε φτάσω…» μουρμούρησε.

«1,72…» απάντησε εκείνος, χωρίς να ήταν σίγουρος τι άλλο έπρεπε να πει.

«Δεν το εννοούσα!» γέλασε η Αηούμη. «Αλλά τέλος πάντων…»

«Την επόμενη φορά θα σου δώσουμε τα ξυλοπόδαρα που χρησιμοποίησα εγώ και ο Σιγκ στο θέατρο!» είπε χοροπηδώντας η Μάηου.

«Α!» χαμογέλασε ο Γιοσίκη. «Ότι πεις Σουζουμότο. Και ευχαριστώ Σιγκ.«

Ο Σακουτάρο έκλεισε τα μάτια του. «Μόνο η Μάηου με φωνάζει έτσι. Ευχαριστώ που το λες κάθε φορά Κισινούμα!» είπε κοροϊδευτικά.

Η μέρα συνεχίστηκε κάπως έτσι. Οι 7 φίλοι να πειράζουν ο ένας τον άλλον. Ο Γιοσίκη ένιωθε για πρώτη φορά μετά από χρόνια, τη στάλα ελπίδας που του είχε μείνει να εξαπλώνεται μέσα στη καρδιά του. Η οποία τον κατέλαβε ολοκληρωτικά, το απόγευμα. Άκουσε ένα χτύπο στη πόρτα. Όσο κουρασμένος κι αν ήτανε, ο 18άχρονος, τώρα, Γιοσίκι, άνοιξε την πόρτα. Εκεί, στεκόταν ένα μικρό κοριτσάκι με δύο μεγάλες ξανθές κοτσίδες στα πλάγια του κεφαλιού της.

«Μεγάλε αδερφέ!» είπε η μικρή του αδερφή…

Τέλος

Σχολικές στολές: Η γνώμη μου

Την Παρασκευή στο σχολείο, ο καθηγητής μας της μουσικής, πραγματοποίησε μία εκδήλωση για την ιστορία του σχολείου, την οποία κινηματογραφήσαμε. Δεν θα πω πολλές λεπτομέρειες, επειδή ο ίδιος μας παρακάλεσε να μην ανεβάσουμε υλικό από την εκδήλωση, πριν να το ανεβάσει ο ίδιος.

Είχαμε πάει όλοι μας στο σχολείο, φορώντας παρόμοια ρούχα με αυτά που φορούσαν παλιά. Δηλαδή σαν τις παλιές καλές σχολικές στολές. Και να σας πω την αλήθεια, μου άρεσε!

Μερικά πράγματα που κάναμε εκείνη την ημέρα:

  1. Φοράγαμε σχολικές στολές (Τα ρούχα της παρέλασης και όσοι δεν είχανε στολή, παρόμοια ρούχα) Ακόμα και οι δάσκαλοι ήρθανε πιο μαζεμένοι.
  2. Τα αγόρια και τα κορίτσια δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Φυσικά, όχι με πολύ αυστηρότητα.
  3. Στην τάξη, καθόμασταν τα κορίτσια από τη μία πλευρά τα αγόρια από την άλλη.
  4. Στην προσευχή το πρωί (και κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης), τα κορίτσια ήταν από τη μία πλευρά (Α’,Β’ και Γ’ γυμνασίου) και τα αγόρια από την άλλη (Α’,Β’ και Γ’ γυμνασίου)

Το αστείο ήτανε, πώς ο Κωνσταντίνος, ο Αλέξανδρος και ένας άλλος μου φίλος, είχανε προχωρήσει μπροστά και έξαχαν από τα υπόλοιπα αγόρια. Να κάνω εγώ και η Νεφέλη νοήματα «Πάτε πιο πίσω!» αλλά εκείνη, δεν καταλάβαιναν. Τι να κάνουμε όμως;

Θυμάμαι που κάποια στιγμή, τράβαγα τη Νεφέλη και την Άννα από το χέρι και με το που μας βλέπει ο κύριος, (με κάμερα στο χέρι ήτανε) ΠΟΥΦ! Γυρίζει την κάμερα προς εμάς. Μου φάνηκε αστείο για κάποιο λόγο.

Όταν γυρνάγαμε σπίτι, εγώ, η Νεφέλη, ο Αλέξανδρος και ο Κωνσταντίνος, τους είχα πρήξει ότι μοιάζουμε με Ιαπωνέζους που γυρνάνε από το σχολείο. Και δεν το είπα για κοροϊδία. Γιατί εγώ ΛΑΤΡΕΥΩ την Ιαπωνία και τις συνήθειες εκεί!

Εγώ: Ναι ναι! ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ! Μοιάζουμε με παιδιά του λυκείου, συγκεκριμένα Ιαπωνέζους! Δεν είναι τέλειο;
Αλέξανδρος: Όχι…;
Εγώ: ΕΙΝΑΙ!
Κωνσταντίνος: Ηρέμησε καλέ…
Νεφέλη: Χλωμό το βλέπω. Όταν έχεις κόλλημα με anime (άνιμε)…
Εγώ: ΕΤΣΙ-
Αλέξανδρος: Στοοοοοοοοοοοπ!
Κωνσταντίνος: Μη φωνάζετε!
Νεφέλη: LOLIPOP!
Εγώ: (προσπαθώντας να κρατήσω τον τρελό μου εαυτό υπό έλεγχο) (κραυγάζω) ΝΑ ΝΤΥΘΟΥΜΕ ΙΑΠΩΝΕΖΟΙ ΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ!
Νεφέλη: Death Note!
Εγώ: Ναι… Και αυτό, αλλά…
Αλέξανδρος: Ωχ…
Εγώ: ΕΤΣΙ! (δείχνω μία φωτογραφία)

Corpse Party Uniforms

Ειλικρινά, μακάρι να είχαμε αυτές τις στολές στο σχολείο! Δε ξέρω γιατί μου αρέσουν τόσο πολύ, αλλά για κάποιο λόγο, απλά με ξετρελαίνουν!

Αλέξανδρος: Ωραία είναι η μαύρη στολή (τους είχα δείξει και μία άσπρη στολή)
Κωνσταντίνος: ΚΛΑΙΣ, είμαι μέσα! (Το ‘κλαις’ είναι ένα καινούριο πράγμα που λέμε, όταν μας γίνεται κάτι καλό)
Νεφέλη: Σοβαρά Έβελον; Corpse Party;

Και πριν αρχίσετε τις απορίες, «Μα το Corpse Party, είναι αυτό το δολοφονικό anime! Για πιο λόγο να το βλέπει μία δωδεκάχρονη;»

  1. Είμαι σχεδόν 13!
  2. Στην πραγματικότητα, δεν ασχολούμαι με το δολοφονικό κομμάτι. Μόνο με το απλό και φυσιολογικό κομμάτι της σειράς/βιντεοπαιχνιδιού/περιοδικού (Manga)

Αλλά το ποστ δεν είναι για να σας δικαιολογήσω το λόγο που ξέρω για αυτό το anime. Είναι για να σας πω τη γνώμη μου για τις σχολικές στολές! Εγώ τις αγαπάω <3 Απλά τις λατρεύω, απλά θέλω να φοράω στολές, απλά απλά απλά!

Μου είπε το μάνα μου, πώς όταν κατάργησαν τις στολές, έλεγαν πώς τα παιδιά ήταν σαν στρατιώτες και δεν ξεχώριζαν, δεν ήταν οι εαυτοί τους κλπ.

Θα παραδεχτώ, οι ποδιές που φορούσαν παλιά, δε μου αρέσουν. Αντί να καταργήσουν όμως τις στολές, θα μπορούσαν να κάνουν κάποια έρευνα για το τι αρέσει στα παιδιά να φοράνε και να έφτιαχναν μία στολή της προκοπής (σαν αυτή στη φωτογραφία ^.-)

Τα εξηγούσαν λοιπόν αυτά στους φίλους μου, αλλά που να καταλάβουν τι εννοώ. Ώρες ώρες, ούτε εγώ καταλαβαίνω αυτά που λέω! Αλλά, εγώ είμαι έτσι κι αλλιώς παλαβή. ΓΟΥΠ ΓΟΥΠ!

Ο μόνος που συμφώνησε για τις απόκριες, είναι ο Κωνσταντίνος. Αλλά νομίζω πώς ο μόνος λόγος που το έκανε, είναι γιατί του άρεσε πάρα πολύ ο χαρακτήρας που του έδειξα. (Αυτός με τα γυαλιά στη φωτογραφία) Αλλά αφού το σχέδιο μου λειτουργεί, τι με νοιάζει; ^.^

Να σας πω τώρα πώς αντιμετώπισα τον «πόνο» μου…:
Τη στιγμή που γράφω το ποστ, φοράω τη στολή της Ayumi Shinozaki (Αιούμη Σινοζάκη) Θα πείτε, όλων ίδια δεν είναι; Ναι ίδια είναι. Αλλά εγώ, έχω φτιάξει και τις κοτσίδες… Μέχρι και μαθητική ταυτότητα έφτιαξα!

Χάρηκα που τα είπαμε, άγνωστε που διαβάζεις το site μου! Εκτός και αν σε ξέρω, τότε… Τέλος πάντων. Πού είχα μείνει; Α ναι! PEACE OUT!
~Εβελίνα